"The story of liturgical drama began with a tectonic shift. Before 1834, there was no such concept. After 1834, the metaphor liturgical drama took hold, and with the publication of Coussemaker's Drames liturgiques in 1860, the genre liturgical drama was born. Coussemaker's approach to the idea of liturgical drama was more nuanced than that of his twentieth- and twenty-first-century successors. While the metaphor liturgical drama may have faded by the time of Coussemaker's edition, Coussemaker and the French scholars who followed still saw liturgical drama broadly, as encompassing "the dramatic" in other venues, drama in its metaphorical sense, as well as embracing two broad groupings of texts, one securely set within the liturgy and the other not. This framework for understanding the divided repertory of liturgical drama prevailed throughout most of the nineteenth century among French scholars, evaporating as the nineteenth century gave way to the twentieth and as the language of scholarship shifted from French to English and to German."
«Η ιστορία του λειτουργικού δράματος ξεκίνησε με μία τεκτονική μετατόπιση. Πριν από το 1834, η έννοια αυτή δεν υπήρχε. Μετά το 1834, ο όρος λειτουργικό δράμα εδραιώθηκε, και με τη δημοσίευση των Drames liturgiques του Coussemaker [Κουσμακέρ] το 1860, γεννήθηκε το είδος του λειτουργικού δράματος. Η προσέγγιση του Coussemaker στην ιδέα του λειτουργικού δράματος περιελάμβανε λεπτότερες διακρίσεις από εκείνη των διαδόχων του τον 20ό και τον 21ο αιώνα. Παρότι ο όρος λειτουργικό δράμα ίσως είχε ήδη ξεθωριάσει την εποχή της έκδοσης του Coussemaker, ο ίδιος και οι Γάλλοι μελετητές που τον ακολούθησαν συνέχιζαν να αντιλαμβάνονται το λειτουργικό δράμα ως ευρύ όρο, ώστε να καλύπτει «το δραματικό» και σε άλλα συμφραζόμενα, δηλαδή το δράμα με τη μεταφορική του σημασία, καθώς και να περιλαμβάνει δύο ευρείες ομαδοποιήσεις κειμένων, μία ασφαλώς ενταγμένη στη λειτουργία και μία άλλη που δεν ήταν. Αυτό το ερμηνευτικό πλαίσιο του διαιρεμένου ρεπερτορίου του λειτουργικού δράματος επικράτησε καθ' όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα μεταξύ των Γάλλων μελετητών, για να εξαφανιστεί, καθώς ο 19ος αιώνας έδινε τη θέση του στον 20ό και η γλώσσα της επιστήμης μετατοπιζόταν από τα γαλλικά στα αγγλικά και τα γερμανικά.»
Το απόσπασμα αναδεικνύει την ιστορικότητα της ίδιας της έννοιας του λειτουργικού δράματος [liturgical drama], η οποία δεν είναι αυτονόητη ή υπεριστορική, αλλά συγκροτήθηκε ως ακαδημαϊκή κατηγορία μόλις τον 19ο αιώνα, με ορόσημο τη δημοσίευση των Drames liturgiques du Moyen Âge (1860) του Βέλγου μουσικολόγου Edmond de Coussemaker [Εντμόν ντε Κουσμακέρ]. Η αρχική, ευρεία και μεταφορική σύλληψη του Coussemaker, που αγκάλιαζε τόσο τα αυστηρά λειτουργικά κείμενα όσο και ευρύτερες δραματικές μορφές, σταδιακά συρρικνώθηκε με τη μετατόπιση της επιστημονικής γλώσσας από τα γαλλικά προς τα αγγλικά και τα γερμανικά κατά τον 20ό αιώνα, οδηγώντας σε στενότερη και πιο τυπολογική χρήση του όρου. Έτσι, το λειτουργικό δράμα εμφανίζεται όχι ως μία αδιαμφισβήτητη μεσαιωνική πραγματικότητα, αλλά ως ερμηνευτική κατασκευή της νεότερης μουσικολογίας και θεατρολογίας.
Norton, M. (2017). Liturgical Drama and the Reimagining of Medieval Theater. Kalamazoo: Medieval Institute Publications, σ. 10.